Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

Γλώσσεψε τη μπέρδα σου
με γλωσσοδέτες!

Το γυαλί μες το πηγάδι γυαλικομπολογάει.

Του το πα του παππού μου.

Ανεβαίνω, κατεβαίνω, μπαινοβγαίνω κι ανεβομπαινοβγαινοκατεβαίνω.

Το γυαλί εις το τραπέζι ,
πώς γυαλίζει, πως κουμπίζει,
πώς στραβοκουρδουμπελίζει;


Εβγήκα στην πήλινη, τη δήλινη,
στην πιρνολινοκούκουδη,
να μαζέψω τα πήλινα, τα δήλινα,
τα πιρνολινοκούκουδα,
κι ήρθε ο λύκος
ο πήλινος, ο δήλινος,
ο πιρνολινοκούκουδος,
να μου φάει την όρνιθα
την πήλινη, τη δήλινη,
την πιρνολινοκούκουδη
που κάνει τ' αυγά
τα πήλινα, τα δήλινα,
τα πιρνολινοκούκουδα.

Φίλος φίλευε το φίλο , τριαντάφυλλο με φύλλο.

Από τα ύψη τ ουρανού πέφτει τ αυγό του γερανού, τσακίζει πέντε μάρμαρα, μαρμαρομαυρομάρμαρα.


Έχω μια αμυγδαλιά ,
Που κάνει
Μύγδαλα, τσίγδαλα,
Μυγδαλοτσιγδαλότσιγδα.

Της καρακάξας η φωλιά, τσάκνα καρακαξότσακνα.

Κούπα καπακωτή,
κούπα καπακωμένη,
κούπα ξεκαπάκωτη,
κούπα ξεκαπακωμένη.

Ανέβηκα στη μιτσιριά, στη τσιτσιριά, στη τσιτσιχομιτσιριά,
να κόψω μίτσιρα, τσίτσιρα τσιτσιχομιτσιχότσιρα
και έσπασε η μιτσιριά, η τσιτσιριά, η τσιτσιχομιτσιριά
και μου έπεσαν τα τσίτσιρα, τα μίτσιρα, τα τσιτσιχομιτσιχότσιρα.

Έπεψε με η μάνα μου στη σιγδινιά,
στη μιγδινιά στη σιγδομιγδοκόκκονα.

Ο Παπάς ο παχύς έφαγε παχύ αρνί, γιατί παπά παχύ έφαγες παχύ αρνί;

Καλημέρα καμηλάρη, καμηλάρη καλημέρα.

Παρεμπιπτόντως, επί του παρόντος όντος,
διεπιστώθη πονόδοντος,
και διετάχθη κατεπειγόντως,
η εξαγωγή του οδόντος.

Κοράλι ψιλοκόραλο και ψιλοκοραλάκι.

Ανεβαίνω στη μηλιά
και πατώ στην καρυδιά
πίνω το γλυκό κρασί
με την κούπα τη χρυσή.


Φίλος έδωσε σε φίλο τριαντάφυλλο με φίλο.
Φίλε φύλαγε το φύλλο, μην το δώσεις σε άλλο φίλο.

Πίτα σπανακόπιτα,
σπανακολαδοφραγκοσυκοπαντζαροκολοκυθόπιτα.

Πάγκος δίπαγκος, τρίπαγκος, τετραδοταβλόπαγκος!


Οι σπανοί Ισπανοί, εις πανί ισπανικό, εις πανικό ισπανικό εζωγράφουν.

Άσπρη πέτρα ξέξασπρη και απ'τον ήλιο ξεξασπρότερη.

Σιδηροδρομικός σταθμός του Σιδηροκάστρου.

Κάστανα βραστά σκαστά με τη βραστή σκαστή κουτάλα.

Νερό λινάρι νερολίναρο νεροκαθαρολίναρο!

Κουκιά βραστά, σκαστά, σπαστά
με τη βραστή, σκαστή, σπαστή κουτάλα.

Τούτη τη φτερωτή του μύλου ποιος τη σκεπαρνοβαρδοτρουποπελέκαγε;
Ο γιος του σκεπαρνοβαρδοτρουποπελέκητου.
Αχ να είχα και γω τα σύνεργα του γιου του σκεπαρνοβαρδοτρουποπελέκητου , πέντε φορές καλύτερα θα την σκεπαρνοβαρδοτρουποπελέκαγα από το γιο του γιου του σκεπαρνοβαρδοτρουποπελεκητού.

Ο τζίτζιρας, ο μίντζιρας,
ο τζιντζιμιντζιχόντζιρας,
ανέβηκε στην τζιντζιριά,
στη μιντζιριά,
στην τζιντζιμιντζιχοντζιριά,
να φάει τα τζίντζιρα, τα μίντζιρα,
τα τζιντζιμιντζιχόντζιρα.

Φτου σκωληκομερμυγκότρυπα.

Τρεις έντεκα , τρεις δώδεκα ,
τρεις δεκαπέντε κι έντεκα
κι εφτά κι οχτώ και δεκαοχτώ
και πέντε κι έξι και μισό
κι ένα και δύο κι ενάμισι
και πε μου πόσα κάνουν.

Ρερητόρευκα το ρερητορευμένο ρω.


Το κρεμμύδι στην κοπριά πώς κρεμμυδοπρόκοψε!

Οι σπανοί Ισπανοί εις πανί εζωγράφισαν
ισπανικόν στρατόν εις πανικόν.

Μες στη τζαμαρία
κάθετ' η Μαρία
και κεντάει μαντιλάκι
και το δείνει του Γιωργάκη
που της στρίβει το μουστάκι.


Οι σπανοί Ισπανοί, εις πανί ισπανικό,
εις πανικό ισπανικό εζωγράφουν.

Μια εκκλησιά μολυβδωτή,
μολυβδοκοντυλο-γλυπτοπελεκητή,
ποιος την μολυβδοκοντυλο-γλυπτοπελέκησε;
Ο γιος του μολυβδοκοντυλο-γλυπτοπελεκητή.
Αν είχα εγώ τα σύνεργα, τα μίνεργα,
του γιου του μολυβδοκοντυλο-γλυπτοπελεκητή,
θα τη μολυβδοκοντυλο-γλυπτοπελεκούσα,
καλύτερα από το γιο του μολυβδοκοντυλο-γλυπτοπελεκητή.

Η μυγδαλιά μου η τσιγδαλιά μου,
η μυγδοτσιγδοκοκαλιά μου,
κάνει μυγδαλίδια, τσιγδαλίδια,
μυγδοτσιγδοκοκαλίδια.

Καριοφύλλι και κανέλα
διάλεξέ μου μια κοπέλα
από τούτη έως τούτη
η καλύτερη ειν' ετούτη!


Είχαμε μια συκιά ορτή,
και βερικοκυκλωτή,
κι έκανε σύκα ορτά,
και βερικοκυκλωτά,
και πάει ο σκύλο ο ορτός,
ο βερικοκυκλωτός,
να φάει τα σύκα τα ορτά,
τα βερικοκυκλωτά.
Πάω να βρω μια βέργα ορτή,
και βερικοκυκλωτή,
να δείρω το σκύλο τον ορτό,
το βερικοκυκλωτό,
μη φάει τα σύκα τα ορτά,
τα βερικοκυκλωτά.

Εβγήκα στην πήλινη, τη δήλινη, την πιρνολινοκούκουδη,
να μαζέψω τα πήλινα, τα δήλινα, τα πιρνιλινοκούκουδα.
Κι ήρθε ο λύκος, ο πήλινος, ο δήλινος, ο πιρνολινοκούκουδος
να μου φάει την όρνιθα την πήλινη, τη δήλινη, την πιρνολινοκούκουδη,
που κάνει τα αυγά τα πήλινα, τα δήλινα, τα πιρνολινοκούκουδα.


Σκουληκομερμηγκότρυπα
με τα σκουληκομερμηγκόπουλά σου,
βάλε τις μπάρες, τις αμπάρες, τις κλειδαροαμπαραμπάρες,
γιατί έρχεται ο κότσυφας, ο μότσυφας,
με τα κοτσυφομοτσυφοπαιδόπουλά του
να σου φάει τα σκουλήκια, τα μερμήγκια,
τα σκουληκομερμηγκοπαιδόπουλά σου.

Η συκιά μας η διπλή,
η διπλογυριστή,
κάνει τα σύκα τα διπλά,
τα διπλογυρι-γυριστά.
Πάει ο σκύλος ο διπλός,
ο διπλογυρι-γυριστός,
να φάει τα σύκα τα διπλά,
τα διπλογυρι-γυριστά.

Βρίσκω πόρτες κλειδωτές, κλειδωμένες και κλειδαροαμπαρωμένες.


Ο Ρουμπής ο κουμπής ο ρουμποκομπολογής,
επήγε να ρουμπέψει να κουμπέψει να ρουμποκομπολογεύσει,
και τον πιάσαν οι ρουμπήτες οι κουμπήτες οι ρουμποκομπολογήτες
και του κόψαν τα ρουμπιά του τα κουμπιά του τα ρομποκομπολογά του.
Γιατί Ρουμπή κουμπή πήγες να ρουμπέψεις να κουμπέψεις να ρουμποκομπολογεψεις
και σε πιάσαν οι ρουμπήτες οι κουμπήτες οι ρουμποκομπολογήτες
και σου κόψαν τα ρουμπιά σου τα κουμπιά σου τα ρουμποκομπολογά σου;

Πίτα σπανακόπιτα, σπανακολαδόπιτα.

Ο βαρκάρης με την βάρκα
Έκανε βαρκάδα με μια βάρκα.
Αλλά έμπασε νερό η βάρκα,
και του βράχηκε η βράκα.
Με την βάρκα του βρεγμένη,
και την βράκα μουσκεμένη.
Ορκίστηκε να μην ξαναβαρκοβραχει,
ούτε να ξαναβρακομουσκευτεί.

Της καρέκλας το ποδάρι, ξεκαρεκλοποδαρώθηκε.
Ε! το ξεκαρεκλοποδομένο!

Μια πάπια μα πια πάπια!
Μια πάπια με παπιά!

Πέφτην έκοψαν τον πεύκο.
Πέφτην πέφτει ο πεύκος κάτω.
(Πέφτη: Πέμπτη)

Τό γάλα του λαγού το καθαρολαγουδόγαλο.

Βαρέλι νεροβάρελο, ποιος σε νεροβαρελόδενε;
Του νεροβαρελοδέτη ο γιος.


Πάω στη Μεντενιά , τη Σεντενιά , τη Σεντεπεντεκουδουνιά , να κόψω μέντενα , σέντενα , σεντεπεντεκούδουνα .
Και μου λέγει η Μεντενιά , η Σεντενιά, η Σεντεπεντεκουδουνιά:
<<Ποιος είναι αυτός που θέλει μέντενα , σέντενα , σεντεπεντεκούδουνα;>>
Τα 'χει ο αφέντης μετρημένα κι η κυρά λογαριασμένα.

Κούπα Κουπακόκουπα.

Τι ωραίος αραιός αέρας!
Φύσα, αέρα αραιέ, να αερίζεις τις ροδιέςστις μυρωμένες ρεματιές.

Κοράλλι, ψιλοκόραλλο, και ψιλοκοραλλάκι μου.

Σκουληκομερμηγκότρυπα με τα σκουληκομερμηγκόπουλά σου,
βάλε τις μπάρες, τις αμπάρες, τις κλειδαροαμπαραμπάρες,
γιατί έρχεται ο κότσυφας, ο μότσυφας, με τα κοτσυφομοτσυφοπαιδόπουλά του να σου φάει τα σκουλήκια, τα μερμήγκια, τα σκουληκομερμηγκοπαιδόπουλά σου.

Μια κάπα, μια κούπα, μια καπακούπα.

Σ' άσπρη πέτρα πάτησα, σε μαύρη εγονάτισα κι ήπια τρία κουτρουλοκούμαρα νερό, κρύο , ρίγηλο νερό, ρίγηλο , κρύο νερό, κρύο , ρίγηλο νερό. 
paidika.gr

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

1. Ανεβαίνει, κατεβαίνει και χωρίς να τρώει παχαίνει, μοναχά στριφογυρίζει, την κοιλίτσα του γεμίζει.

2. Άψυχος ψυχή δεν έχει, παίρνει τις ψυχές και φεύγει.

3. Σε κήπο δε φυτεύεται, σε περιβόλι όχι, ο βασιλιάς το γεύεται, κι όλος ο κόσμος το ’χει.

4. Με το κρύο τη φοράει, με τη ζέστη τη μαδάει. Τι είναι;


5. Είναι λευκό (ελαφρό;) σαν πούπουλο, και δεν μπορείς να το κρατήσεις ούτε ένα λεπτό.

6. Άμα τη δέσω, πορπατεί, κι άμα τη λύσω, στέκει.

7. Είναι ένα θεριό που το πρωί πορπατεί με τα τέσσερα, το μεσημέρι με τα δύο και το βράδυ με τα τρία.

8. Είκοσι χρονών λύκος, σαράντα βόιδι, ογδόντα κότα.

9. Δυο φορτώνουν κι εννιά ξεφορτώνουν, δυο κερνούν και ένας πίνει.

10. Στο δώμα σας, στο δώμα μας κεράσια απλωμένα.

11. Έχω ένα βαρελάκι κι έχει δυο λογιών κρασάκι.

12. Όλα τ’ ακούει, μα τίποτε δε μπορεί να πει.

13. Ένα καλοεράκι, μικρό σβουντουριδάκι, γεννιέται με σκουφάκι.

14. Κούφιος έλατος δροσιά γιομάτος.

15. Αν και θρόνος μου ταιριάζει, στο παράθυρο με βάζουν. Τι είναι;

16. Όλη μέρα τρώει κρέας και το βράδ’ μετράει τ’ αστέρια.

17. Από ψηλά γκρεμνίζεται, πέφτει και δε ραγίζεται.

18. Έχω μια κόρη που τη φιλούνε όλοι.

19. Τα βουνά χιονίσανε κι οι μύλοι σταματήσανε και τα δυο γενήκαν τρία.

20. Εκεί που είσαι ήμουν και ’δώ που είμαι θά ’ρθεις.

21. Η σκρόφα μας η λούγκρα μας, η λουγκροφαγωμένη, όλον τον κόσμον έφαγε κι ακόμα δε χορταίνει.

22. Σανίδα παλιοσάνιδα βρέχεται, χιονίζεται, ποτέ της δε σαπίζεται.

23. Είναι γύρου γύρου κάγκελα και μέσα παίζει φράκτης.

24. Τριγύρω γύρω κάγκελα και μέσα κόρη παίζει.

25. Πάνω κουτί, κάτω κουτί, στη μέση η κόρη κελαηδεί.

26. Περπατάω περπατάω και τρίμματα βγάζω.

27. Τι είν’ αυτό που άλλοι το ’χουν μισό, άλλοι ολόκληρο κι άλλοι καθόλου;

28. Είναι ένα φίδι που βάνου στο λαιμό. Τ’ είναι;

29. Κομμάτι παλιομπάλωμα το πέλαγος περνάει και του βασιλιά μιλάει.

30. Με τα χέρια τα δώνουν, με τα πόδια τα παίρνουν.

31. Άσπρα περιστέρια σε κόκκινα μαδέρια κάθονται.

32. Είναι μακρύ σαν άντερο και τελειωμό δεν έχει.

33. Μάνα και κόρη έχουν το ίδιο όνομα, η μάνα γεννάει και η κόρη αρμέγεται. Τι είναι;

34. Πράσινα είν’ τα νιάτα μου, μαύρα τα γερατειά μου, χαροποιά η θλίψη μου, θροφή τα δάκρυά μου.

35. Πετεινός νυχάτος, μακροποδαράτος, περπατεί και κρίνει τη δικαιοσύνη.

36. Κλειδώνω, μανταλώνω, τον κλέφτη μέσα βρίσκω.

37. Τρακόσιοι εξήντα γερανοί, τριάντα περιστέρια σε δώδεκα φωλιές γεννούν και σ’ έν’ αυγό κλωσσάζουν.

38. Εδώ είμαι κι εκεί βρίσκομαι.

39. Πάπλωμα παπλωματίζει, πέφτει κάτω και μουγκρίζει.

40. Ποια είναι εκείνη η μάνα που γεννάει τα παιδιά της και τα καταπίνει;

41. Πόδια έχει, χέρια έχει, κεφαλή κι ουρά δεν έχει.

42. Χωρίς να σε κόψω σε κάνω διπλό.

43. Ψηλός ψηλός καλόερος και κόκαλα δεν έχει.

44. Χτυπώ, χτυπώ, δίχως να σε πονώ, μ’ αν πάψω να χτυπώ, χάθηκες στο λεπτό.

45. Πράσινος πύργος, κόκκινα τα τσάμια του και άπειροι καλόγηροι τον κατοικούν.

46. Πράσινος πύργος, κόκκινα τζάμια και κυλούν μέσα τ’ αραπάκια.

47. Έχει κεφάλι, μα να σκεφθεί δε μπορεί.

48. Κολοκύθι επτάτρυπο, κάθε τρύπα κι όνομα. Τι είναι;

49. Έχω ένα κουτί, έχω μέσα κατιτί, άμα χαθεί το κατιτί, τι το θέλω το κουτί;

50. Στο μαγειριό με συναντάς, με ξέρουνε οι κήποι, γι’ αυτό πολλές φορές για μένα κλαις χωρίς να έχεις λύπη.

51. Βασιλιάς δεν είμαι, κορόνα φορώ, ρολόι δεν έχω, τις ώρες μετρώ.

52. Ένα ταψί μέλι ψηλά στα κεραμίδια.

53. Μ’ αφαιρείς, και μεγαλώνω, με προσθέτεις, και μικραίνω, ό,τι εύρω καταστρέφω, κι αν πιω νερό, πεθαίνω.

54. Από μητέρα κόκκινη μαύρο παιδί γεννιέται.

55. Από πάνω σαν τηγάνι, από κάτω σαν βαμβάκι κι από πίσω σαν ψαλίδι.

56. Σαν περιστέρι έρχεται, σαν άνθος κατεβαίνει, σαν τον κακό διοικητή στη χώρα πάει και μπαίνει.

57. Σαν πεταλούδα έρχεται, σαν άνθος κατεβαίνει και σαν καλός διοικητής στη χώρα πάει και μπαίνει.

58. Έχω κάτι που πόδια δεν έχει, και περπατά, πτερά έχει, και όμως δεν πετά. Τι είναι;


Απαντήσεις
1. Το αδράχτι – 2. Το αεροπλάνο – 3. Το αλάτι – 4. Η αλεπού και το τρίχωμά της – 5. Η αναπνοή – 6. Η αναπνοή – 7. Ο άνθρωπος – 8. Ο άνθρωπος ως προς τα δόντια του – 9. Άντρας-γυναίκα, μήνες εγκυμοσύνης, μαστοί και μωρό – 10. Τα άστρα – 11. Το αυγό – 12. Το αυτί – 13. Το βαλανίδι – 14. Το βαρέλι με νερό (ή κρασί) – 15. Ο βασιλικός – 16. Η βουκέντρα – 17. Η βροχή – 18. Η βρύση – 19. Ο γέρος – 20. Γέρος και νέος – 21. Γη-τάφος – 22. Η γλώσσα – 23, 24, 25. Η γλώσσα και τα δόντια – 26. Η γομολάστιχα – 27. Οι γονείς – 28. Η γραβάτα – 29. Το γράμμα (η επιστολή) – 30. Τα δανεικά – 31. Δόντια και ούλα – 32. Ο δρόμος – 33. Η ελιά (δέντρο και καρπός) – 34. Η ελιά (καρπός) – 35. Η ζυγαριά – 36. Ο ήλιος – 37. Ημέρες, μήνες και χρόνος – 38. Ο ήχος – 39, 40. Η θάλασσα – 41. Ο κάβουρας – 42. Ο καθρέφτης – 43. Ο καπνός – 44. Η καρδιά – 45, 46. Το καρπούζι – 47. Το καρφί – 48. Το κεφάλι – 49. Κεφάλι και μυαλό – 50. Το κρεμμύδι – 51. Ο πετεινός – 52. Το φεγγάρι – 53. Η φωτιά (όταν προστεθούν ή αφαιρεθούν ξύλα ή κάρβουνα) – 54. Φωτιά και καπνός – 55. Το χελιδόνι – 56, 57. Το χιόνι – 58. Το ψάρι.
http://www.snhell.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου